Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

ΠΕΡΝΑ-ΠΕΡΝΑ Η ΜΕΛΙΣΣΑ 

ΜΕ ΤΑ ΔΕΥΤΕΡΑΚΙΑ ΤΗΣ 

Η ΜΕΛΙΣΣΑ ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ 

Φτάνουμε σιγά-σιγά στο τέλος του προγράμματός μας και τελευταίο αλλά καλύτερο αφήσαμε την μέλισσα όπως εκείνη παρουσιάζεται μέσα από τις τέχνες.
Για αυτήν την εβδομάδα τα παιδιά χωρίστηκαν σε ομάδες κι ανέλαβαν να ανακαλύψουν ένα τραγούδι, ποίημα, παραμύθι ή πίνακα ζωγραφικής με θέμα τη μέλισσα. 
Γλυπτική
Η μέλισσα ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες. Τόσο η ίδια όσο και τα προϊόντα της χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή έργων τέχνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του Κινέζου καλλιτέχνη Ren Ri, ο οποίος χρησιμοποίησε κηρήθρα για τα γλυπτά του.
Το ίδιο κι ο Libertiny.

Ζωγραφική
Η μέλισσα δεν θα μπορούσε να λείπει από τη ζωγραφική. Πολλοί ζωγράφοι έδωσαν τη μορφή της μέλισσας στους πίνακές τους. Τα παιδιά μου βρήκαν αρκετούς από αυτούς τους πίνακες. Μπορούμε να τους δούμε όλους μαζεμένους μέσα από την παρακάτω παρουσίαση της eirmatth( Συγνώμη που δεν αναφέρω ολόκληρο το όνομα αλλά δεν το βρίσκω. Πάντως την ευχαριστώ)

Μέλισσες υπάρχουν και σε τοιχογραφίες και grafiti. Ο Louis Masai και ο Jim Vision μέσα από το πρόγραμμα "Σώστε τις μέλισσες" στόλισαν τους άδειους τοίχους.



(Φιλιππάκο μου δεν βρίσκω τη σελίδα που βρήκες το δικό σου για να το αναρτήσω. Αν τη θυμάσαι να μου την πεις)
Ποίηση
Ελάτε να διαβάσουμε ένα ωραίο ποιηματάκι της Βάσως Ηλιάδη για την μέλισσα.
Η ΜΕΛΙΣΣΑ

Πόσο θα ήθελα να ήμουν μέλισσα
να βομβίζω και να πετώ ψηλά.
Στα λουλουδάκια να χαμογελώ,
να τα αγαπώ, νέκταρ να ρουφώ.
Πάνω απ’ τις πόλης και απ’ χωριά
να  πετώ ανάλαφρα.

Πόσο θα ήθελα να ήμουν μέλισσα
να ζουζουνίζω και να πετώ ψηλά.
Στα μεγάλα δέντρα να χαθώ,
να παίρνω το χυμό, από κάθε φυτό.
Πάνω απ’ τους κάμπους και απ’ τα βουνά

να   πετώ ανάλαφρα

Διάβασε κι αυτό. Είναι από τη σελίδα του Αλκμάν.

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΙ Η ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ

 ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ:Τζίτζικά μου σ αγαπάω
                              π’ όλη μέρα τραγουδάς…
ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ: Μελισσούλα σε θαυμάζω
              που ποτέ δεν σταματάς
                    στα λουλούδια να γυρίζεις
                και το νέκταρ να ρουφάς
              και το μέλι σου να δίνεις
           όλο  να μην το κρατάς
 ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ:Σαν τζιτζικας σου τραγουδώ
       και τζι και τζι φωνάζω
                κι όταν στεγνώσω σου ζητώ
φιλί να ξεδιψάσω
                  Κι οι μέρμηγκες με χουν τρελό
λένε πως χουζουρεύω
          και δεν θα ζήσω για καιρό
ρωτούνε τι γυρεύω
     Αγάπη ;  λεν και τιν΄αυτό
     για να μας πει ποιος ξέρει;
με τη δουλειά κουράζονται
αίσθημα ποιος να φέρει;
 ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ:Τζίτζικά μου το τραγούδι
                 είναι η πιο καλή δουλειά
              γιατί γύρω σου σκορπίζει
       πολύ κέφι και χαρά
ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ:Και τζι και τσι  κι απ το πρωί
με κέφι τραγουδάω
     και της αγάπης λαχταρώ
το μέλι να ρουφάω…
 ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ:Τα τραγούδια μην αφήνεις
    και ποτέ μην σταματάεις
   από τα φυτά θα παίρνεις
    τη δροσιά για να μην σκάεις
      Κι όταν θα τελειώνει η μέρα
και το δείλι κοκκινίζει
απ το μέλι μια σταγόνα
τ’ αχειλάκι σου θ΄ αγγίζει
 Και μια μελισσούλα θα ναι
κει κοντά στα φύλλα μέσα
σιγανά να ζουζουνίζει
λόγια που πολύ σ΄ αρέσα (ν)

Τραγούδια
Ελάτε τώρα να ακούσουμε τραγούδια που έχουν γραφτεί για την μέλισσα.






Παραμύθια
Μιας κι αυτό το βιβλίο αποτελεί το θεατρικό που θα πραγματοποιήσουμε στο τέλος του προγράμματος δεν θα μπορούσε να λείπει από την ανάρτησή μας. Τα παιδιά έφεραν στην τάξη το παραμύθι "Πανηγύρι με τη γύρη"
Το κείμενο και η επιμέλεια είναι της Μαίρης Μπαριτάκη, υπεύθυνη του τμήματος εκπαιδευτικών προγραμμάτων του μουσείου "Λυχνοστάτης" και η εικονογράφηση είναι από τα παιδιά της Ζωοδόχου Πηγής. Μαζί με αυτό είδαμε και την παραλλαγή του όπου η Μελίνα, η ηρωίδα του βιβλίου, είναι μια τυφλή μελισσούλα. 
Τα παιδιά μου βρήκανε επίσης το παραμύθι της Πέγκυ Παπαδοπούλου,
"Ζζζζζ.... Φύγε μακριά μου"

«Ζζζζζζ...» ακουγόταν στο αυτί του Αντώνη. Ανατρίχιασε. «Ζζζζζ...» και δεν έλεγε να σταματήσει. Πολύ ενοχλητικός αυτός ο θόρυβος! Μα, τι είναι τέλος πάντων; Α! μια μέλισσα!
Ο Αντώνης παίρνει το φύλλο του χαρτιού που ζωγράφιζε και το κουνάει με μανία στον αέρα. Θέλει να την διώξει, αυτό το επίμονο «ζζζζζζ» φαντάζει πολύ απειλητικό – και ξέρει ότι οι μέλισσες έχουν κεντρί και μπορεί να τον τσιμπήσουν. Μα, πού βρέθηκε αυτό το ... «πράγμα» στο δωμάτιό του; Υποτίθεται πως πετά από λουλούδι σε λουλούδι, ψάχνοντας να βρει φαγητό ... να δεις πώς το λένε ... ααα... νέκταρ. Στο δωμάτιό του έχει ένα σωρό αυτοκίνητα, τραίνα, καράβια, βιβλία, αλλά λουλούδια μια φορά δεν έχει. Τι γυρεύει μια μέλισσα στο δωμάτιό του;
Προσπαθεί να την διώξει μακριά του. Τίποτε. Το ενοχλητικό «ζζζζζ» απομακρύνεται για λίγο από το δεξί του αυτί μόνο και μόνο για να έρθει από την αριστερή του μεριά.
«Φύγε μακριά μου! Ξεκουμπίσου από το δωμάτιό μου!» φώναζε ο Αντώνης στη μέλισσα με μανία, κουνώντας τώρα και μια μπλούζα του που ήταν παρατημένη σε μια καρέκλα. Κι όσο περισσότερο κουνιόταν η μπλούζα τόσο πιο κοντά του ερχόταν η μέλισσα, χορεύοντας τρελά επικίνδυνα κοντά στα μαλλιά του. «Φύγε μακριά μου!» ξεφώνιζε με περισσότερη δύναμη τώρα.
«Τι έπαθες παιδί μου; Σε ποιον μιλάς;» η μαμά έφτασε απορημένη κοντά του. «Δε μιλάω! Φωνάζω! Σε αυτό το ιπτάμενο ζώο που έρχεται κατά πάνω μου! Κάνε κάτι μαμά!» Ο πιτσιρίκος είχε σκαρφαλώσει στο κρεβάτι του και χτυπούσε την μπλούζα του με μανία στον τοίχο, σα να ήθελε να λιώσει το καημένο το ζωάκι. «Μα, στάσου, μην κάνεις έτσι!» είπε η μαμά του.
«Πώς να μην κάνω έτσι καλέ μαμά; Αυτό έχει ένα κεντρί τεράστιο και άμα με τσιμπήσει θα πονάω! Χώρια που μπορεί να πρηστώ και να πάθω μόλυνση και ίσως να είμαι αλλεργικός και να πρέπει να με πας στο νοσοκομείο...» Ο Αντώνης χοροπηδούσε τώρα και η μαμά φοβόταν ότι πριν πάει στο νοσοκομείο από το άτιμο το κεντρί της μέλισσας θα είχε προλάβει ν' ανοίξει το κεφάλι του στα δυο πέφτοντας από το κρεβάτι του.
«Ηρέμησε! Ηρέμησε!» του είπε επιτακτικά, προσπαθώντας να τον σώσει – κι όχι από τη μικρή μελισσούλα φυσικά. «Μείνε ακίνητος και η μέλισσα θα πετάξει μακριά σου!»
Νέος πανικός κατέλαβε τον Αντώνη. Τι λέει η μαμά; Να μείνει ακίνητος; Με αυτό το εκνευριστικό και απειλητικό «ζζζζζζ» ν' ακούγεται τόσο κοντά του; Και το καφετί «πλάσμα» να θέλει να τον αγκαλιάσει; «Δεν γίνεται! Αυτή χορεύει μπροστά στη μούρη μου, πώς θες να μείνω ακίνητος;»
«Μα, άκου με που σου λέω!» η μαμά τον έπιασε από το μπράτσο και τον κρατούσε σχεδόν ακίνητο. Ο Αντώνης πάλι κρατούσε την αναπνοή του από την τρομάρα του. «Τώρα δεν θα με τσιμπήσει μόνο, θα με φάει ζωντανό!», σκεφτόταν. Παραδόξως όμως δεν κουνήθηκε, έπαψε και να φωνάζει κιόλας. Η μέλισσα έκανε μερικά «ζζζζζζ» απορημένη και στάθηκε στον τοίχο. Φαινόταν να μην ξέρει προς τα πού να πάει.
«Ακίνητος εσύ μικρέ!» άκουσε τη μαμά να λέει σιγανά δίπλα στο αυτί του. Ναι, καλά, σιγά μην είχε το κουράγιο να κουνηθεί. Μα γιατί δεν ξεκουμπίζεται αυτό το τέρας από το δωμάτιό του τέλος πάντων;
Η μαμά κινήθηκε πολύ αργά και προσεκτικά. Σα να προσπαθούσε να ξυπνήσει από βαθύ ύπνο ένα πράγμα. Άφησε το μπράτσο του Αντώνη κι έκανε «χουφτίτσα» τα δυο της χέρια, κινούμενη προς τον τοίχο που πάνω του είχε καθίσει η μελισσούλα. Πολύ αργά, για να μην την τρομάξει, κατάφερε να την κλείσει ανάμεσα τις δυο της παλάμες, ενώ ταυτόχρονα της έλεγε: «έλα μικρή μου φίλη, έλα να σε πάω στο μπαλκόνι. Μη φοβάσαι, δεν θα σου κάνω κακό. Θα σε πάω έξω για να μπορέσεις να βρεις τις φίλες και την οικογένειά σου!» Η φωνή της μαμάς ήταν το ίδιο τρυφερή, όπως όταν γιάτρευε τα ματωμένα γόνατα του Αντώνη και του σκούπιζε τα δάκρυα από το πρόσωπο.

«Πρόσεχε μαμά!» κατάφερε να της πει ο Αντώνης, όταν φυσικά ξαναβρήκε τη φωνή του. «Μα, δεν πρόκειται να μου κάνει κακό! Κοίτα την, είναι πολύ φοβισμένη. Χάθηκε η καημενούλα! Κι αντί για πολύχρωμα λουλούδια, μπερδεύτηκε, και βρέθηκε ανάμεσα σε πολύχρωμα παιχνίδια! Αλλ' αυτά δεν καμία νοστιμιά, έτσι δεν είναι; Έλα κοντά, Αντώνη, μη φοβάσαι»
Ο Αντώνης πολύ θα ήθελε να ξαναβάλει τις φωνές κι ίσως να τρέξει να φύγει εκείνος όσο πιο μακριά γινόταν, αλλά αφού ήταν η μαμά κοντά, μάλλον δεν κινδύνευε. Μάζεψε το κουράγιο του, κατέβηκε από το κρεβάτι του και πήγε λιγάκι πιο κοντά στη μαμά και το ... "τέρας".
«Δες πόσο μικρούλα είναι και όμως τόσο προικισμένη από τον Θεό!» του είπε η μαμά του. «Ναι, προικισμένη, μ' ένα τεράστιο κεντρί που πονάει και τσούζει!»
«Δηλαδή, εσύ αγόρι μου, πιστεύεις πως το κεντρί η μέλισσα το έχει για να πονάει εσένα; Κύριε Ελέησον! Τίποτε δεν έμαθες στο σχολείο;»
«Πώς δεν έμαθα! Οι μέλισσες είναι εξαιρετικά εργατικές, όλη μέρα δουλεύουν, μαζεύουν το νέκταρ από τα λουλούδια, το πηγαίνουν στην κυψέλη τους, το κάνουν μέλι! Με το μέλι τρέφονται οι ίδιες, τα μωρά τους, η βασίλισσά τους, αλλά περισσεύει και για εμάς. Αλλά πάντως, έχουν κεντρί μαμά, κι άμα σε τσιμπήσουν πονάει, κι αυτό το έμαθα!»
«Ναι, αλλά δεν τσιμπάνε στα καλά του καθουμένου! Είναι, ας πούμε, το "όπλο" τους ενάντια στους εχθρούς τους. Μόνο όταν νιώσουν ότι κινδυνεύουν θα το χρησιμοποιήσουν. Εμένα μου έκανε κάτι τόση ώρα που κόβει βόλτες στην παλάμη μου; Όχι! Ξέρεις γιατί; Γιατί νιώθει πως την αγαπώ και δεν θα της κάνω κακό. Με εμπιστεύτηκε!» Η μαμά την καμάρωνε λες κι ήταν κόρη της.
«Αυτά τα μικρά φτερά, Αντώνη μου, πετάνε όλη μέρα ακούραστα, και δεν είναι όλες οι μέρες εύκολες. Άλλοτε ο ήλιος θα είναι καυτός, μερικές φορές ο αέρας παρα-είναι δυνατός, κι όμως αυτές εκεί, επίμονες και υπομονετικές, φροντίζουν η μία την άλλη κι όλες μαζί την μεγάλη τους οικογένεια. Καθαρίσουν το σπίτι τους, την κυψέλη, την αερίζουν, κανακεύουν τα μωρά τους, και πάλι πίσω στον αγώνα τους για επιβίωση»
«Εντάξει μαμά, αλλά δεν την θέλω στο δωμάτιό μου!»
«Ούτε αυτή ήθελε να βρίσκεται εδώ! Ένα λαθάκι έκανε!»
Η μαμά άνοιξε την κουρτίνα και βγήκε στο μπαλκόνι. Πήγε στη γλάστρα με τις πετούνιες με τη μέλισσα πάντα στη χούφτα της. Την βοήθησε να σταθεί πάνω σε ένα λουλούδι κι εκείνη αμέσως προχώρησε στο κέντρο του, να γευτεί τους χυμούς του. Μετά, πήγε στο διπλανό. «Μια χαρά θα είναι τώρα!» είπε η μαμά και, μαζί με τον Αντώνη, μπήκαν πάλι στην προστατευτική δροσιά του σπιτιού. Ο Αντώνης πάντως, καλού – κακού, έριξε μια ματιά πίσω του, μην τύχει κι η μέλισσα ξαναχάσει το δρόμο της κι αντί να πάει στη δική της μαμά, έπαιρνε από πίσω τη δική του κι είχαν πάλι τα ίδια. Η μέλισσα όμως έκανε μερικά ακόμη ζικ-ζακ πετώντας, και λίγα «ζζζζζζ» και πήγε στο διπλανό σπίτι που είχε κι άλλες γλάστρες με λουλούδια.
«Βλέπεις; Δεν πρέπει να την φοβάσαι. Πρέπει να την σέβεσαι. Ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα κι όμως ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει! Θα συνεχίσει να εργάζεται ακούραστη!» «Μα, γιατί την θαυμάζεις τόσο πολύ μαμά; Τι το ιδιαίτερο έχει;»
«Γιατί είναι πολύ σημαντική για την ζωή όλων μας, παιδί μου. Θυμάσαι που είχατε πει στο σχολείο πως η ζωή όλων μας στον πλανήτη είναι μια αλυσίδα, κι είμαστε όλοι ενωμένοι ο ένας με τον άλλον, για να υπάρχει ισορροπία στη φύση; Ε, λοιπόν, οι μέλισσες είναι πραγματικά πολύ σημαντικές γι' αυτή την ισορροπία της φύσης παρ' όλο που είναι μικρούλικες. Πετώντας ανάμεσα στα λουλούδια, οι κόκκοι της γύρης που μένουν στα πόδια τους, πηγαίνουν από το ένα στο άλλο, κι έτσι αυτά, τα λουλούδια δηλαδή, μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Από αυτά τρέφονται κάποια ζώα κι εμείς, οι άνθρωποι. Καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι αυτό που κάνουν;»
Ο Αντώνης έξυσε το κεφάλι του, όπως έκανε πάντα όταν σκεφτόταν κάτι σοβαρά. «Ναι», είπε στο τέλος. «Αν οι μέλισσες δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, ή αν πάψουν να υπάρχουν για κάποιο λόγο, θα σπάσει αυτή η αλυσίδα. Τα φυτά δεν θα πολλαπλασιαστούν, τα ζώα δεν θα έχουν να τραφούν αφού δεν θα υπάρχουν τα φυτά, και σε λίγο καιρό ούτε κι εμείς».
«Μπράβο παιδί μου! Την άλλη φορά λοιπόν που θα βρεθείς μπροστά σε μια μέλισσα, κοίτα να μην φοβηθείς. Μείνε χωρίς να κουνιέσαι κι εκείνη θα φύγει να πάει να συνεχίσει αυτό που κάνει. Και, προς Θεού, μην τη σκοτώσεις! Έχει ήδη πάρα πολλούς εχθρούς, και τη μόλυνση του περιβάλλοντος που την αρρωσταίνει – όπως όλους μας δηλαδή. Θυμήσου όσα είπαμε!» Και με αυτά τα λόγια η μαμά, ήρεμη που έκανε το καθήκον της ως προς την χαμένη μελισσούλα και ως προς τον τρομοκρατημένο γιο της, πήγε να συνεχίσει τις δουλειές της.
Ο Αντώνης άνοιξε τον υπολογιστή του και μπήκε γρήγορα στο διαδίκτυο. Ήθελε να μάθει περισσότερα πράγματα για τον απρόσκλητο επισκέπτη του – γιατί μπορεί να θυμόταν τι είχαν πει στο σχολείο, αλλά εξακολουθούσε να απορεί πώς ήταν δυνατόν ένα τόσο μικρό πλάσμα να είναι απαραίτητο σε όλον τον πλανήτη. Βρήκε ένα σωρό εγγραφές. Θα είχε πολύ μελέτη, λοιπόν!
«Ε, δεν πειράζει, δεν έχω και κάτι άλλο να κάνω!» σκέφτηκε. «Αφού δε με τσίμπησε ήμουν τυχερός. Κι αφού κι εκείνη γλίτωσε από τα δικά μου χέρια, ήταν κι αυτή τυχερή. Ποιος ξέρει; Μπορεί ν' ανακαλύψω ένα σωρό πράγματα διαβάζοντας για τη ζωή της. Κι ίσως ακόμη να καταφέρω να μην φοβάμαι τόσο πολύ κάθε φορά που μια μέλισσα περνάει δίπλα μου».
Έπειτα από αρκετή ώρα, αφού είχε δει φωτογραφίες, βίντεο κι είχε διαβάσει όσα άρθρα ξεπετάχτηκαν στην οθόνη του, ο Αντώνης ήταν πολύ σοφότερος. Αλλά, όπως και να έχει, το κεντρί της μέλισσας δεν θα πάψει να το φοβάται και να το αποφεύγει! Τουλάχιστον μέχρι να μεγαλώσει αρκετά....

Και τελευταίο αλλά εξίσου ωραίο ένα παραμύθι των αδερφών Γκριμ,
Η βασίλισσα των μελισσών

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους. Οι δύο μεγαλύτεροι θεωρούνταν πολύ έξυπνοι παρόλο που δεν έκαναν τίποτα άλλο εκτός από το να διασκεδάζουν. Τον τρίτο, τον μικρότερο, τον φώναζαν όλοι Χαζούλη, παρόλο που κι αυτός δεν έκανε τίποτα εκτός από το να κάθεται όλη την ημέρα. Ένα πρωί οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί αποφάσισαν πως πρέπει να γνωρίσουν τον κόσμο και έφυγαν από το παλάτι. Πέρασαν μέρες και βδομάδες και μήνες και ο βασιλιάς πατέρας τους δεν είχε κανένα νέο τους. Ζήτησε λοιπόν από τον Χαζούλη να πάει να τους βρει κι εκείνος δέχτηκε πρόθυμα, παρόλο που φοβόταν και λιγάκι. Για καλή του τύχη οι αδελφοί του δεν είχαν πάει και πολύ μακριά και έτσι τους συνάντησε γρήγορα. Αντί όμως να τους πείσει ο Χαζούλης να γυρίσουν παρέα στον πατέρα τους, τον έπεισαν εκείνοι να τους ακολουθήσει στο μακρύ και διασκεδαστικό ταξίδι τους.
 Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν και κάποια στιγμή συνάντησαν μια μυρμηγκοφωλιά. «Να της δώσουμε μια, να διαλυθεί, να δούμε πώς θα τρέχουν φοβισμένα τα μυρμηγκάκια!» είπαν οι δύο έξυπνοι αδελφοί. «Αχ! Αφήστε τα ήσυχα τα καημένα! Στενοχωριέμαι και μόνο που το σκέφτομαι πως θα τους κάνετε κακό!» τους παρακάλεσε ο Χαζούλης. Τα αδέλφια του τού έκαναν τη χάρη και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν και κάποια στιγμή συνάντησαν μια λίμνη. Μέσα της κολυμπούσαν πολλοί πολλοί όμορφοι κύκνοι. «Να πιάσουμε κάναν δυο, να τους ψήσουμε, να τους φάμε!» είπαν οι δύο έξυπνοι αδελφοί. «Αχ! Αφήστε τους! Στενοχωριέμαι και μόνο που σκέφτομαι πως θα τους σκοτώσετε!» τους παρακάλεσε ο Χαζούλης.
Τα αδέλφια του τού έκαναν τη χάρη και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν και κάποια στιγμή είδαν πάνω σε ένα δέντρο μια μελισσοφωλιά. Είχε τόσο μέλι μέσα της που ξεχείλιζε και έκανε τον κορμό του δέντρου να λάμπει στον ήλιο. «Να ανάψουμε μια φωτιά. Να καούν ή να τρομάξουν και να φύγουν οι μέλισσες, να τους πάρουμε το μέλι!» είπαν οι δύο έξυπνοι αδελφοί. «Αχ! Αφήστε τις! Στενοχωριέμαι και μόνο που σκέφτομαι πως θα τις κάψετε!» τους παρακάλεσε ο Χαζούλης. Τα αδέλφια του τού έκαναν τη χάρη και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν και κάποια στιγμή βρέθηκαν μπροστά σε ένα μεγάλο κάστρο και μπήκαν μέσα. Προχώρησαν, προχώρησαν, είδαν στάβλους γεμάτους άλογα, αλλά άνθρωπο πουθενά. Στο βάθος του αντίκρισαν μιαν ακόμα καστρόπορτα. Την πέρασαν και μπήκαν σε έναν όμορφο κήπο που τα δρομάκια του οδηγούσαν σε τρία παλάτια. Σε ένα από τα ψηλά παράθυρα του μεσαίου παλατιού διέκριναν ένα παράξενο ανθρωπάκι που καθόταν μπροστά σε ένα τραπέζι. Άρχισαν να το φωνάζουν. Μια, δυο, τρεις, το ανθρωπάκι σηκώθηκε από το τραπέζι, κατέβηκε, άνοιξε την πόρτα του παλατιού και τους έβαλε μέσα. Κουβέντα όμως δεν τους είπε. Τους οδήγησε απλώς σε ένα τραπέζι που πάνω του υπήρχαν τα καλύτερα φαγητά, τα καλύτερα κρασιά και τα καλύτερα γλυκά. Και όταν τα τρία αδέλφια έφαγαν, ήπιαν και χόρτασαν, τα πήγε το καθένα και σε μια πολυτελέστατη κρεβατοκάμαρα να κοιμηθούν.
Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο παράξενος ανθρωπάκος τον μεγαλύτερο από τους τρεις αδελφούς και του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Πέρασαν πολλά δωμάτια και σκοτεινούς διαδρόμους γεμάτους αγάλματα και τελικά έφτασαν μπροστά από μια πέτρινη επιγραφή. Διαβάζοντάς την ο μεγαλύτερος αδελφός έμαθε πως κάποτε ζούσε στο κάστρο αυτό ένας βασιλιάς που είχε τρεις όμορφες κόρες για τις οποίες είχε χτίσει τα τρία παλάτια. Ένας μάγος όμως μεταμόρφωσε και τον βασιλιά και όλους τους ενοίκους του κάστρου σε αγάλματα και έριξε τις πριγκίπισσες σε έναν βαθύ ύπνο που κρατούσε χρόνια.
 Για να λυθούν τα μάγια, να ξαναβρεί το κάστρο την παλιά ζωή του και να ξυπνήσουν οι πριγκίπισσες, έπρεπε να βρεθεί ένα γενναίο και έξυπνο παλικάρι που να αναλάβει τρεις δύσκολες αποαποστολές. Στον κήπο μπροστά από τα παλάτια, έγραφε η επιγραφή, είχε σπάσει το κολιέ της μικρής πριγκίπισσας. Τα χίλια μαργαριτάρια από τα οποία ήταν φτιαγμένο είχαν σκορπίσει ανάμεσα στα δέντρα και στα χορτάρια. Όποιος ήθελε να λύσει τα μάγια έπρεπε, πρώτα απ’ όλα, να τα βρει και να τα μαζέψει μέχρι τη δύση του ήλιου. Ένα να του έλειπε όταν θα άρχιζε να πέφτει η νύχτα, θα γινόταν και αυτός άγαλμα πέτρινο.
Χωρίς να χάσει λεπτό ο μεγαλύτερος αδελφός βγήκε στον κήπο και άρχισε να ψάχνει. Όλη τη μέρα έψαχνε, αλλά την ώρα που ο ήλιος άρχισε να κρύβεται πίσω από τα βουνά είχε βρει μόνο εκατό μαργαριτάρια. Και τότε έγινε αυτό που έλεγε η επιγραφή: πέτρωσε και αυτός.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο ανθρωπάκος τον δεύτερο αδελφό. Τον οδήγησε κι αυτόν στην επιγραφή και αμέσως μετά στον κήπο. Όλη τη μέρα έψαχνε κι εκείνος, αλλά την ώρα που ο ήλιος άρχισε να κρύβεται πίσω από τα βουνά είχε βρει μόνο διακόσια μαργαριτάρια. Και τότε έγινε πάλι αυτό που έλεγε η επιγραφή: πέτρωσε και αυτός.
Την τρίτη μέρα έφτασε η σειρά του Χαζούλη. Ο παράξενος ανθρωπάκος τον ξύπνησε και αυτόν πρωί πρωί και τον οδήγησε μπροστά στην επιγραφή και μετά στον κήπο. Άρχισε να μαζεύει κι αυτός μαργαριτάρια. Έτσι κρυμμένα όμως που ήταν ανάμεσα στα χόρτα δυσκολευόταν πολύ να τα βρει. Κατά το μεσημέρι ήταν πια σίγουρος πως δεν θα τα κατάφερνε. Κάθησε λοιπόν σε μια μεγάλη πέτρα κοντά στα αγάλματα των αδελφών του και άρχισε τα κλάματα. Ξαφνικά, άκουσε μια φωνούλα να τον ρωτά: «Γιατί είσαι τόσο στενοχωρημένος;» Ο Χαζούλης σκούπισε τα μάτια του και είδε μπροστά του ένα μυρμηγκάκι. Ήταν ο βασιλιάς των μυρμηγκιών που είχε σώσει από τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια. Του διηγήθηκε την ιστορία του και εκείνος φώναξε αμέσως τον μυρμηγκοστρατό του, πεντακόσια μυρμήγκια που μέσα σε πολύ λίγη ώρα κατάφεραν να βρουν όλα τα μαργαριτάρια της μικρής πριγκίπισσας.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ο παράξενος ανθρωπάκος τον ξύπνησε για τη δεύτερη αποστολή. Έπρεπε να βρει το κλειδί του δωματίου των τριών πριγκιπισσών το οποίο ο κακός μάγος είχε πετάξει μέσα σε μια λίμνη. Ο Χαζούλης έφτασε στη λίμνη, την κοίταξε, την ξανακοίταξε και μετά κάθησε στην όχθη της και έβαλε πάλι τα κλάματα. Η λίμνη ήταν μεγάλη και βαθιά και εκείνος ούτε κολύμπι δεν ήξερε. Ξαφνικά όμως είδε μια ομάδα κύκνους να τον πλησιάζουν. Ήταν οι ίδιοι κύκνοι που είχε γλιτώσει από το να τους ψήσουν τα μεγαλύτερα αδέλφια του. Ο βασιλιάς τους τον πλησίασε, άκουσε την ιστορία του και έστειλε τους συντρόφους του να βουτήξουν και να βρουν το κλειδί. Δεν πέρασε μια ώρα και του το έφεραν.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ο παράξενος ανθρωπάκος ξαναξύπνησε τον Χαζούλη για την τρίτη αποστολή. Αυτή ήταν η πιο δύσκολη από όλες. Έπρεπε να πάρει το κλειδί, να μπει στην κάμαρα που κοιμούνταν οι τρεις πριγκίπισσες και να ανακαλύψει ποια από όλες ήταν η μικρότερη, η πιο αγαπημένη του βασιλιά πατέρα τους. Οι τρεις πριγκίπισσες ήταν όμως ολόιδιες και το μόνο που έγραφε η πέτρινη επιγραφή γι’ αυτές ήταν πως, λίγο πριν πέσουν για ύπνο, είχαν φάει διαφορετικό γλυκό η καθεμία: η πρώτη σοκολάτα, η δεύτερη καραμέλα και η τρίτη μια κουταλιά μέλι. Ο Χαζούλης τις κοίταξε, τις ξανακοίταξε, κάθισε κοντά στα κρεβάτια τους και έβαλε πάλι τα κλάματα. Ξαφνικά άκουσε ένα βουητό και είδε ένα σμήνος μέλισσες να τον πλησιάζουν. Ήταν οι ίδιες μέλισσες που είχε σώσει από το να τις κάψουν τα μεγαλύτερα αδέλφια του. Η βασίλισσά τους άκουσε την ιστορία του και πέταξε προς τις πριγκίπισσες. Κάθισε για λίγο στο στόμα της καθεμιάς τους και αμέσως κατάλαβε ποια από τις τρεις είχε φάει το μέλι. Ο Χαζούλης την άγγιξε και αμέσως τα μάγια λύθηκαν!
Οι πριγκίπισσες άνοιξαν τα μάτια τους και όλοι όσοι είχαν γίνει αγάλματα ξαναζωντάνεψαν. Το κάστρο ξαναβρήκε την παλιά ζωή του και πολύ γρήγορα ο Χαζούλης έγινε και ο άρχοντάς του μια που παντρεύτηκε τη μικρή και πιο αγαπημένη κόρη του βασιλιά. Στα αδέλφια του έδωσε τις άλλες δύο πριγκίπισσες. Έτσι έζησαν κι αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Μη νομίζετε ότι τελειώσαμε!
Την επόμενη φορά θα έχουμε παιχνίδια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου